Σάββατο, 2 Μαΐου 2015

Τιμή σε έναν πραγματικό ήρωα (Αλέκος Παναγούλης)

Σαν χτες,  πριν από τριάντα εννέα χρόνια, "έφυγε" από τη ζωή ο μεγαλύτερος ίσως ήρωας της μεταπολιτευτικής περιόδου, ο άνθρωπος που αποπειράθηκε να σκοτώσει το δικτάτορα Παπαδόπουλο, ο Αλέξανδρος (Αλέκος) Παναγούλης.
Ο Αλέξανδρος Παναγούλης συμμετείχε ενεργά στον αγώνα για την επαναφορά της δημοκρατίας και εναντίον του στρατιωτικού καθεστώτος του Γ. Παπαδόπουλου (1967-1974). Λιποτάκτησε από το στράτευμα και ίδρυσε την οργάνωση Εθνική Αντίσταση. Αυτοεξορίστηκε στην Κύπρο για να καταστρώσει σχέδιο δράσης. Εκεί έρχεται σε επαφή με τους πολιτικούς άνδρες του τόπου, όπως ο Πολύκαρπος Γιωρκάτζης, με σκοπό να τους ζητήσει να συνδράμουν στην αντίσταση. Επανέρχεται στην Ελλάδα και μαζί με στενούς του συνεργάτες σχεδιάζει την απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Παπαδόπουλου την 13η Αυγούστου 1968 κοντά στη Βάρκιζα. Αποτυγχάνει και συλλαμβάνεται. Όπως σημειώνει η Οριάνα Φαλάτσι (ίσως η σπουδαιότερη Ιταλίδα δημοσιογράφος και ατρόμητη πολεμική ανταποκρίτρια) στην συνέντευξη της με τον Αλέξανδρο Παναγούλη μετά την απελευθέρωση του, η πράξη του ήταν μια πολιτική πράξη εναντίον της δικτατορίας. Η Φαλάτσι αναφέρει τον Α. Παναγούλη ως εξής: Δεν επιδίωξα να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Δεν είμαι ικανός να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Επιδίωξα να σκοτώσω έναν τύραννο.
Μετά από μερόνυχτα συνεχούς βασανισμού, οδηγείται ημιθανής στο νοσοκομείο και κατόπιν δικάζεται από το Στρατοδικείο στις 3 Νοεμβρίου 1968 και καταδικάζεται δις εις θάνατον, μαζί με άλλα μέλη της Εθνικής Αντίστασης, στις 17 Νοεμβρίου 1968. Μεταφέρεται στην Αίγινα για την εκτέλεση η οποία όμως ματαιώθηκε χάρη στις πιέσεις της διεθνούς κοινότητας (του Πάμπλο Πικάσο, του ίδιου του Πάπα κ.α) και αφού προσπάθησαν να πείσουν τον Παναγούλη να υπογράψει για να του δοθεί χάρη. Να σημειωθεί όμως ότι ο ίδιος δε δέχτηκε ποτέ να σκύψει το κεφάλι. Στις 25 Νοεμβρίου 1968 ο Παναγούλης μεταφέρθηκε από την Αίγινα στις Στρατιωτικές Φυλακές του Μπογιατίου, όπου και του επιβλήθηκε η "ποινή του εντοιχισμού" όπως λέει ο ίδιος. Από εκεί δραπετεύει στις 5 Ιουνίου 1969, συλλαμβάνεται όμως εκ νέου και οδηγείται προσωρινά στο στρατόπεδο στου Γουδή για να μεταφερθεί μετά από ένα μήνα και πάλι στις φυλακές Μπογιατίου. Εκεί τον περιμένει η απομόνωση σε κελί που το έφτιαξαν ειδικά για τον Παναγούλη και ήταν σαν αντίγραφο τάφου. Επιχειρεί να δραπετεύσει αρκετές φορές ανεπιτυχώς. Γράφει ποιήματα ως διέξοδο. Συνεχίζει να γράφει ακόμα και όταν του κατάσχουν κάθε γραφική ύλη χρησιμοποιώντας για μελάνι το αίμα του και για χαρτί τους τοίχους του κελιού-τάφου του.
 Ο Αλέξανδρος Παναγούλης βασανίζεται καθημερινά, με τα πιο ευφάνταστα, σκληρά και αποκρουστικής σύλληψης βασανιστήρια καθ΄ όλη την διάρκεια της κράτησης του. Η αυτοκυριαρχία του, η αυτοπειθαρχία του, το πείσμα στο να υπερασπιστεί αυτό που πιστεύει και το χιούμορ που διέθετε λειτουργούν σαν ασπίδες χάρη στις οποίες κατορθώνει να επιβιώσει τον σωματικό και ψυχικό βιασμό. Κατά πολλούς, στις φυλακές του Μπογιατίου γράφει τα καλύτερα του ποιήματα στον τοίχο του κελιού του ή σε μικροσκοπικά παλιόχαρτα, με μελάνι συχνά το ίδιο του το αίμα. Πολλά από τα ποιήματα του δεν διασώθηκαν. Αρκετά όμως από αυτά είτε κατάφερε να τα βγάλει από την φυλακή με διάφορους τρόπους είτε να τα ξαναγράψει αργότερα χάρη στο ισχυρό μνημονικό του. Το 1972, ενώ ήταν ακόμη στη φυλακή, εκδίδεται στο Παλέρμο η πρώτη ποιητική του συλλογή στα Ιταλικά Altri seguiranno: poesie e documenti dal carcere di Boyati (Άλλοι θα ακολουθήσουν: ποίηση και ντοκουμέντα από τις Φυλακές του Μπογιατίου) με εισαγωγικό σημείωμα από τον Ιταλό πολιτικό Φερούτσιο Πάρη και τον Ιταλό σκηνοθέτη και καλλιτέχνη Πιέρ Πάολο Παζολίνι. Για το έργο του αυτό ο Α. Παναγούλης βραβεύτηκε με το Διεθνές Βραβείο Λογοτεχνίας Βιαρέτζιο (Premio Viareggio Internazionnale) τη χρονιά που ακολούθησε. Μετά την απελευθέρωση του ο Α. Παναγούλης εξέδωσε στο Μιλάνο την δεύτερή του ποιητική συλλογή στα Ιταλικά Vi scrivo da un carcere in Grecia (Μέσα από Φυλακή σας γράφω στην Ελλάδα) με εισαγωγικό σημείωμα από τον Πιέρ Πάολο Παζολίνι. Είχε προηγηθεί η έκδοση στα ελληνικά τετραδίων όπως η συλλογή με τίτλο Η Μπογιά.
Ο Α. Παναγούλης αρνείται την πρόταση απονομής χάριτος που του προσέφερε η χούντα. Τον Αύγουστο του 1973 – μετά από τεσσεράμισι σχεδόν χρόνια φυλάκισης – απελευθερώθηκε βάση της γενικής αμνηστίας που απένειμε το καθεστώς των συνταγματαρχών στους πολιτικούς κρατούμενους, κατόπιν της αποτυχημένης προσπάθειας του Γ. Παπαδόπουλου να φιλελευθεροποιήσει το καθεστώς του. Αυτοεξορίζεται εκ νέου, αυτή τη φορά στην Φλωρεντία της Ιταλίας, για να επαναδραστηριοποιηθεί στην αντίσταση, ουσιαστικά όμως συνεχίζει την αντίσταση στην Ελλάδα ερχόμενος κρυφά όπου και οργανώνει ομάδες αντίστασης.
Ο αδερφός του, ο Γιώργος Παναγούλης, αξιωματικός του στρατού ο οποίος επίσης αγωνίζονταν ενάντια στη χούντα, δολοφονήθηκε υπό συνθήκες οι οποίες ακόμη παραμένουν αδιευκρίνιστες. Το σώμα του δεν βρέθηκε ποτέ. Ο τρίτος γιος της οικογένειας Παναγούλη, είναι ο βουλευτής Στάθης Παναγούλης.
Τότε, ο Α. Παναγούλης συναντά τη διεθνούς φήμης δημοσιογράφο και πολεμική ανταποκρίτρια Οριάνα Φαλάτσι, μια σκληροτράχηλη και δυναμική γυναίκα που είχε παρει συνέντευξη από όλους τους κορυφαίους ηγέτες και βρισκόταν πάντα στην πρώτη γραμμή της μάχης. Η ίδια του παίρνει μια γυγκλονιστική συνέντευξη και ερωτεύονται παράφορα. Λόγω της σχέσης του με τη Φαλάτσι, το χουντικό καθεστώς του δίνει άδεια να ταξιδέψει στο εξωτερικό και πιο συγκεκριμένα, στη Ρώμη, όπου και δουλεύουν για το ίδιο περιοδικό. 
Στην μεταπολίτευση ο Αλέξανδρος Παναγούλης εκλέγεται βουλευτής της Β΄ Αθηνών με την Ένωση Κέντρου-Νέες Δυνάμεις (Ε.Κ.-Ν.Δ., σήμερα Ένωση Δημοκρατικού Κέντρου) στις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974.Επιδιώκει την απομόνωση των πολιτικών που συνεργάστηκαν με το δικτατορικό καθεστώς της Χούντας και εξαπολύει σωρεία καταγγελιών. Λίγο μετά την εκλογή του έρχεται σε ρήξη με την ηγεσία του κόμματος του γιατί είχε συγκεντρώσει στοιχεία για τη συνεργασία του Δημήτρη Τσάτσου με το χουντικό καθεστώς, με συνέπεια να αρνηθεί να συνυπάρξει με τον "προδότη" στο ίδιο κόμμα και παραιτείται. Παρέμεινε όμως στη Βουλή των Ελλήνων ως ανεξάρτητος βουλευτής. Επιμένει στις καταγγελίες του και έρχεται σε ανοιχτή αντιπαράθεση με τον Υπουργό Εθνικής Αμύνης, Ευάγγελο Αβέρωφ και τον Δημήτρη Τσάτσο. Δέχθηκε πολιτικές πιέσεις αλλά και απειλές για τη ζωή του για να αποσύρει τις καταγγελίες του, όπως διαρρήξεις στο πολιτικό του γραφείο, μηνύματα που του άφηναν άγνωστοι κλπ.
Ξημερώματα Πρωτομαγιάς λοιπόν του 1976, το αυτοκίνητο του τρακάρει στο γκαράζ ενός συνεργείου κι ο ίδιος ξεψυχά λίγο αργότερα. Όλοι οι μάρτυρες αναφέρουν ένα αυτοκίνητο να τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα δίπλα του.Από την επόμενη ημέρα η φράση «πολιτική δολοφονία» είναι σε όλα τα στόματα και όλα, το πρώτο διάστημα, συνέτειναν σε αυτό. Στην πορεία όμως, εμφανίζεται ο οδηγός του μυστηριώδους αυτοκινήτου, ο Μιχάλης Στέφας και καταδικάζεται για τροχαίο δυστήχημα σε 11 μήνες φυλακή, ποινή που δεν εξέτισε ποτέ διότι ήταν εξαγοράσιμη. 
Η κηδεία γίνεται στις 5 Μαΐου και μεταβάλλεται σε πάνδημο δημοκρατικό συλλαλητήριο με συνθήματα κατά του Αβέρωφ, ενώ ακούγεται συνέχεια μια κραυγή που θα κοσμούσε τους τοίχους της πόλης για πολλά χρόνια: ZEI. Σε αυτή την παλλαϊκή διακομματική συγκέντρωση – κηδεία δεν παρίστανται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τσάτσος, ο πρωθυπουργός Καραμανλής, ενώ οι ένοπλες δυνάμεις δεν στέλνουν επίσημο εκπρόσωπο.
Όλοι οι άλλοι όμως είναι εκεί. Όλα τα κόμματα, αλλά κυρίως εκατοντάδες χιλιάδες λαού, που ίσως προσπαθούν να παραφράσουν έναν στίχο του Παναγούλη: «Δεν σε κατάλαβα λαέ (Θεέ). Για πες μου πάλι! Να σε ευχαριστήσω ζητάς ή να σε συγχωρέσω;». 
Ενδεικτικοί είναι και οι τίτλοι των εφημερίδων: «Τα Νέα»: «Τον σκότωσαν για να μην κάνει αποκαλύψεις. Χτυπήθηκε από σφαίρα δηλητηρίου;». Βραδυνή: «Άπλετο φως στον θάνατο του Παναγούλη. Όλες οι ενδείξεις συγκλίνουν σε κλασικό τροχαίο ατύχημα» «Ντέιλι Εξπρές»: «Δολοφόνοι κλείνουν το στόμα του Έλληνα μάρτυρα των βασανιστηρίων». «Τάιμ»: «Οι Έλληνες γνωρίζουν πολλά για ήρωες και μύθους, ώστε να μην πιστεύουν σε ατυχήματα».
Ας αποχαιρετήσουμε λοιπόν έναν άνθρωπο που αφιέρωσε τη ζωή του στη χώρα του και παρόλ' αυτά δεν αναγράφεται ούτε στα σχολικά βιβλία.
Υπόσχεση
Τα δάκρυα που στα μάτια μας
θα δείτε ν' αναβρύζουν
ποτέ μην τα πιστέψετε
απελπισιάς σημάδια.
Υπόσχεση είναι μοναχά
γι' Αγώνα υπόσχεση
(Στρατιωτικές Φυλακές Μπογιατίου, Φεβρουάριος 1972)
Vi scrivo da un carcere in Grecia, 1974

Διεύθυνσή μου
Ένα σπιρτόξυλο για πέννα
αίμα στο πάτωμα χυμένο για μελάνι
το ξεχασμένο περιτύλιγμα της γάζας για χαρτί
Μα τι να γράψω;
Τη Διεύθυνσή μου μονάχα ίσως προφτάσω
Παράξενο και πήζει το μελάνι
Μέσ’ από φυλακή σας γράφω
στην Ελλάδα

Θέλω

Θέλω να προσευχηθώ
με την ίδια δύναμη πού θέλω να βλαστημήσω 
Θέλω να τιμωρήσω
με την ίδια δύναμη πού θέλω να συγχωρήσω
Θέλω να προσφέρω
με την ίδια δύναμη πούθελα στο ξεκίνημα
Θέλω να νικήσω
αφού δεν μπορώ να νικηθώ

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΝΕΚΡΟΙ (ΠΑΛΗΣ ΞΕΚΙΝΗΜΑ) 

Πάλης ξεκίνημα
νέοι αγώνες
οδηγοί της ελπίδας
οι πρώτοι νεκροί.
Όχι άλλα δάκρυα
κλείσαν οι τάφοι
λευτεριάς λίπασμα
οι πρώτοι νεκροί.
Λουλούδι φωτιάς
βγαίνει στους τάφους
μήνυμα στέλνουν
οι πρώτοι νεκροί.
Απάντηση θα πάρουν
ενότητα κι αγώνα
για νά `βρουν ανάπαυση
οι πρώτοι νεκροί.
Αλλά κι ένα τραγούδι που έγραψε ο Μίκης Θεοδωράκης για το θάνατό του:
Κάθε πρωί ξεκινούσαμε να πάμε στη δουλειά, 
στο λεωφορείο γελούσαμε, είμαστε δυο παιδιά.

Κόκκινο τριαντάφυλλο, κόκκινο το δειλινό.

Κάποιο πρωί για τον πόλεμο κινήσαμε μαζί, 
όλοι μαζί τραγουδούσαμε, παλεύαμε μαζί.

Κόκκινο τριαντάφυλλο, κόκκινο το δειλινό.

Μέσα στο Μάη σκοτώθηκες, το αίμα σου μαβί, 
έβαψε μαύρο τον ουρανό, κόκκινο τον καιρό.

Κόκκινο τριαντάφυλλο, κόκκινο το δειλινό.

Μαζί σου όλα σκοτώθηκαν, όνειρα, ιδανικά, 
γίναμε όλοι φαντάσματα, ζούμε συμβατικά.

Κόκκινο τριαντάφυλλο, κόκκινο το δειλινό.

Τώρα οι σημαίες γενήκανε είδη εμπορικά, 
είναι τα όνειρα αγαθά καταναλωτικά.

Κόκκινο τριαντάφυλλο, κόκκινο το δειλινό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: